Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Η αδιέξοδη ελληνική πολιτική


Oυάσιγκτον, Μιχάλης Ιγνατίου


«Ο Ταγίπ Ερντογάν θα τρέχει πίσω από τις εξελίξεις (στο Κουρδικό) αλλά δεν θα τις προλαμβαίνει». Η φράση του διπλωμάτη που εδρεύει στην Ουάσιγκτον εξέπληξε τον συνομιλητή του που ζήτησε περισσότερες πληροφορίες, καθώς η διαπίστωση ακούγεται μεν συχνά στην αμερικανική πρωτεύουσα, αλλά δεν στηρίζεται σε αποδείξεις. Είναι μία θεωρία που άρχισε να διαδίδεται μετά την κρίση στις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ και θα έλεγα πως ακουγόταν περισσότερο ως «επιθυμία» των Εβραιοαμερικανών που ένιωθαν πληγωμένοι από την προδοσία, όπως χαρακτηρίζουν την απόφαση του Τούρκου πρωθυπουργού της Τουρκίας να κόψει κάθε δεσμό με το Τελ Αβίβ.

Ο διπλωμάτης που έχει πρόσβαση σε συναδέλφους του στα «Γραφεία Ισραήλ και Τουρκίας» πιστεύει ότι οι μέρες που διανύουμε είναι κρίσιμες για τη γειτονική χώρα, καθώς οι Κούρδοι αντάρτες θα δείξουν τις άγριες προθέσεις τους σύντομα, αν και δόθηκε παράταση στην προσωρινή μονομερή εκεχειρία που κήρυξαν στις 13 του περασμένου Αυγούστου. Οι επιτυχίες των μαχητών του PKK από τον Ιούνιο μέχρι τον περασμένο μήνα δεν πέρασαν απαρατήρητες στην Ουάσιγκτον.

Στην αμερικανική κυβέρνηση έφτασαν καταγγελίες από την κυβέρνηση του κ. Ερντογάν, η οποία διά του κ. Αχμέτ Νταβούτογλου ισχυρίζεται ότι οι κουρδικές επιτυχίες οφείλονται στη βοήθεια που δέχονται από ξένο κράτος. Το υπό κατηγορία κράτος σίγουρα δεν είναι η Ελλάδα, η οποία έχει κόψει και την παραμικρή επαφή με τους Κούρδους. Λογικά σκεφτόμενοι θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών εκτοξεύει κατηγορίες εναντίον του Ισραήλ, ιδιαίτερα για την επίθεση των Κούρδων ανταρτών εναντίον της ναυτικής βάσης της Αλεξανδρέττας, όπου ταπεινώθηκε το τουρκικό ναυτικό.

Τα δεδομένα δεν είναι υπέρ της Τουρκίας και ουδείς σοβαρός αναλυτής θα βάλει το χέρι του στη φωτιά ότι ο κ. Ερντογάν ελέγχει απόλυτα την κατάσταση στην τριχοτομημένη χώρα του, όπως απέδειξε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Οι αναφορές σοβαρών διπλωματών από την νοτιοανατολική Τουρκία δείχνουν ξεκάθαρα ότι λειτουργεί ως μία αυτόνομη περιοχή στο πρότυπο της Καταλονίας μόνο που στο τουρκικό Κουρδιστάν το αντάρτικο υποστηρίζεται σε συντριπτικά ποσοστά από το κουρδικό στοιχείο.

Είναι απογοητευτικό ότι αυτό το άκρως αρνητικό σκηνικό για την Τουρκία δεν το έχουν συνειδητοποιήσει οι ηγεσίες στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η Αθήνα συνεχίζει τις συνομιλίες για το Αιγαίο χωρίς να έχει την έγκριση του ελληνικού λαού, ενώ η Λευκωσία διαπραγματεύεται με τρόπο που προσφέρεται «αναπνοή» στην Τουρκία, η οποία, ενώ είναι κατοχική δύναμη, καταφέρνει να έχει μόνιμα στη γωνία την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης που περικλείει τη φράση «να τα βρούμε» (με τους γείτονές μας) είναι αδιέξοδη, διότι η άλλη πλευρά έχει εντελώς διαφορετικούς στόχους, που δεν καλύπτονται από καμία διεθνή συμφωνία. Δυστυχώς «για να τα βρούμε» πρέπει να υποκύψει η Ελλάδα - η Τουρκία έχει μόνο απαιτήσεις.

Η θυσία της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) είναι πράξη απαράδεκτη (για να μη χρησιμοποιήσω άλλη λέξη). Η επιμονή του Προέδρου της Κύπρου για ατέρμονες διαπραγματεύσεις είναι επίσης αδιέξοδη. Η Τουρκία και ο εγκάθετός της στην Κύπρο, Ερόγλου, επιδιώκουν τον έλεγχο όλου του νησιού.

Με τα νέα δεδομένα για την Τουρκία και την απόφαση των Κούρδων ότι σε πρώτη φάση αποδέχονται μόνο ισχυρή αυτονομία, η Αθήνα και η Λευκωσία πρέπει να «παγώσουν» τις διαπραγματεύσεις για το Αιγαίο και την Κύπρο και να αφοσιωθούν στην ανάδειξη του τουρκικού κινδύνου για την περιοχή μας. Ολα τα υπόλοιπα ρίχνουν νερό στον μύλο της τουρκικής επεκτατικότητας...


Τμήμα ειδήσεων elliniki-stratigiki

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα παρακαλούσαμε να είστε κόσμιοι στους χαρακτηρισμούς σας. Σχόλια τα οποία περιέχουν ύβρεις, θα αποκλείονται .
Ευχαριστούμε εκ των προτέρων για την κατανόησή σας.